Η διάδοση προηγμένων τεχνολογιών, όπως δορυφορικά συστήματα, μικροηλεκτρονικά, drones και σύγχρονα συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, έχει μειώσει σημαντικά το στρατιωτικό πλεονέκτημα των μεγάλων δυνάμεων απέναντι σε κράτη που διαθέτουν ισχυρές δυνατότητες ασύμμετρης άμυνας
Η στρατηγική της κυβέρνησης του Αμερικανού προέδρου Donald Trump απέναντι στο Ιράν φαίνεται να έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο, καθώς, παρά την αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, η Τεχεράνη εξακολουθεί να αντιστέκεται αποτελεσματικά.
Αυτή δεν είναι η εκτίμηση ενός φιλοιρανικού μέσου, πρόκειται για μία συγκλονιστική παραδοχή του αρθρογράφου Mark Champion που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό πρακτορείο Bloomberg.
Ο συντάκτης υποστηρίζει ότι ο Trump, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες απειλούσε με νέα, πρωτοφανή στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτικός, καθώς –σύμφωνα με το δημοσίευμα– οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι τον προειδοποίησαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν κάποια αξιόπιστη στρατιωτική επιλογή που να μπορεί να επιβάλει αποφασιστική νίκη χωρίς τεράστιο κόστος.
Η λανθασμένη εκτίμηση της Ουάσιγκτον
Κατά τον Champion, το μεγαλύτερο λάθος της κυβέρνησης Trump ήταν ότι θεώρησε πως οι προηγούμενες αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής οφείλονταν στην έλλειψη αποφασιστικότητας και όχι στη ριζική αλλαγή της φύσης του σύγχρονου πολέμου.
Όπως σημειώνει, ο Trump και αρκετοί από τους στενούς συνεργάτες του πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν ακόμη να επιβάλλουν τη βούλησή τους μόνο μέσω της στρατιωτικής ισχύος, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του 21ου αιώνα είναι εντελώς διαφορετική.
Η διάδοση προηγμένων τεχνολογιών, όπως δορυφορικά συστήματα, μικροηλεκτρονικά, drones και σύγχρονα συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, έχει μειώσει σημαντικά το στρατιωτικό πλεονέκτημα των μεγάλων δυνάμεων απέναντι σε κράτη που διαθέτουν ισχυρές δυνατότητες ασύμμετρης άμυνας.

Το Ιράν άλλαξε τις ισορροπίες
Στην ανάλυση γίνεται αναφορά και στις απόψεις του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Chicago, Robert Pape, συγγραφέα του βιβλίου Bombing to Win, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ίδια η παγκοσμιοποίηση που οικοδόμησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο επέτρεψε την εξάπλωση προηγμένων στρατιωτικών τεχνολογιών σε πολλές χώρες.
Αυτό σημαίνει ότι κράτη όπως το Ιράν δεν θυμίζουν πλέον το Ιράκ του Saddam Hussein ή τη Σερβία της δεκαετίας του 1990, τα οποία δεν διέθεταν τα μέσα να απαντήσουν αποτελεσματικά στις δυτικές αεροπορικές εκστρατείες.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο, εφόσον δεχθεί επίθεση, δημιουργώντας σημαντικό κόστος για την αμερικανική πλευρά.
Παράλληλα, η γεωγραφική θέση του Ιράν στα Στενά του Hormuz, σε συνδυασμό με το μεγάλο οπλοστάσιο πυραύλων, drones και ταχύπλοων σκαφών, του προσφέρει –όπως αναφέρεται– δυνατότητα να επηρεάζει δυσανάλογα την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.

Στήριξη από Ρωσία και Κίνα
Το άρθρο επισημαίνει ακόμη ότι το Ιράν δεν δρα απομονωμένο.
Η Ρωσία και η Κίνα παρουσιάζονται ως χώρες που παρέχουν διαφορετικού τύπου στήριξη, είτε σε στρατιωτικό είτε σε οικονομικό επίπεδο, γεγονός που ενισχύει την ανθεκτικότητα της Τεχεράνης απέναντι στις δυτικές πιέσεις.
Η δυνατότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις εγχώριες στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, δυσκολεύει σημαντικά οποιοδήποτε σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών για μια σύντομη και χαμηλού κόστους στρατιωτική επιχείρηση.

Η διπλωματία στο περιθώριο
Το Bloomberg υποστηρίζει ότι ο Trump φαίνεται να έχει αναγνωρίσει, έστω και καθυστερημένα, πως η στρατιωτική επιλογή δεν μπορεί να προσφέρει τη λύση που επιδίωκε.
Η εύθραυστη εκεχειρία που ακολούθησε τη σύγκρουση βασίστηκε, σύμφωνα με την ανάλυση, σε εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις των δύο πλευρών για το τι σημαίνει «τέλος του πολέμου», γεγονός που την καθιστά εξαιρετικά ασταθή.
Γίνεται επίσης αναφορά σε παλαιότερη τοποθέτηση του πρώην υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Mohammad Javad Zarif, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δύσκολα θα επιστρέψουν ποτέ σε καθεστώς φιλίας, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μια μορφή διαχείρισης της έντασης, παρόμοια με εκείνη που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επιβάλλουν εύκολα τη στρατιωτική τους βούληση έχει πλέον παρέλθει.
Η στρατιωτική, τεχνολογική και γεωπολιτική εξέλιξη έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο χώρες όπως το Ιράν διαθέτουν τα μέσα να αποτρέπουν ή να καθιστούν εξαιρετικά δαπανηρή οποιαδήποτε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον τους.
Κατά τον Mark Champion, εάν η Ουάσιγκτον δεν αποδεχθεί τα πραγματικά όρια της ισχύος της και δεν αναζητήσει μια πιο ρεαλιστική στρατηγική απέναντι στο Ιράν, η συνέχιση της αντιπαράθεσης κινδυνεύει να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη φθορά της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής
Τρόμος στις ΗΠΑ για επικείμενο μεγάλο χτύπημα από IRGC
Παράλληλα, διεθνή μέσα ενημέρωσης και αναλυτές εκτιμούν ότι η ένταση στην περιοχή της Μεσογείου παραμένει υψηλή, με επίκεντρο την παρουσία αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων.
Τις τελευταίες ημέρες έχουν κυκλοφορήσει αναφορές και εικασίες ότι το IRGC ενδέχεται να εξετάζει σενάρια στρατιωτικής απάντησης σε περίπτωση νέας αμερικανικής επίθεσης ή περαιτέρω κλιμάκωσης.
Η κατάσταση παρακολουθείται στενά, καθώς οποιαδήποτε νέα εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
www.bankingnews.gr
Αυτή δεν είναι η εκτίμηση ενός φιλοιρανικού μέσου, πρόκειται για μία συγκλονιστική παραδοχή του αρθρογράφου Mark Champion που δημοσιεύθηκε στο αμερικανικό πρακτορείο Bloomberg.
Ο συντάκτης υποστηρίζει ότι ο Trump, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες απειλούσε με νέα, πρωτοφανή στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ιράν, εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτικός, καθώς –σύμφωνα με το δημοσίευμα– οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι τον προειδοποίησαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν κάποια αξιόπιστη στρατιωτική επιλογή που να μπορεί να επιβάλει αποφασιστική νίκη χωρίς τεράστιο κόστος.
Η λανθασμένη εκτίμηση της Ουάσιγκτον
Κατά τον Champion, το μεγαλύτερο λάθος της κυβέρνησης Trump ήταν ότι θεώρησε πως οι προηγούμενες αποτυχίες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής οφείλονταν στην έλλειψη αποφασιστικότητας και όχι στη ριζική αλλαγή της φύσης του σύγχρονου πολέμου.
Όπως σημειώνει, ο Trump και αρκετοί από τους στενούς συνεργάτες του πίστευαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν ακόμη να επιβάλλουν τη βούλησή τους μόνο μέσω της στρατιωτικής ισχύος, όπως συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες.
Ωστόσο, η πραγματικότητα του 21ου αιώνα είναι εντελώς διαφορετική.
Η διάδοση προηγμένων τεχνολογιών, όπως δορυφορικά συστήματα, μικροηλεκτρονικά, drones και σύγχρονα συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, έχει μειώσει σημαντικά το στρατιωτικό πλεονέκτημα των μεγάλων δυνάμεων απέναντι σε κράτη που διαθέτουν ισχυρές δυνατότητες ασύμμετρης άμυνας.

Το Ιράν άλλαξε τις ισορροπίες
Στην ανάλυση γίνεται αναφορά και στις απόψεις του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Chicago, Robert Pape, συγγραφέα του βιβλίου Bombing to Win, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ίδια η παγκοσμιοποίηση που οικοδόμησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο επέτρεψε την εξάπλωση προηγμένων στρατιωτικών τεχνολογιών σε πολλές χώρες.
Αυτό σημαίνει ότι κράτη όπως το Ιράν δεν θυμίζουν πλέον το Ιράκ του Saddam Hussein ή τη Σερβία της δεκαετίας του 1990, τα οποία δεν διέθεταν τα μέσα να απαντήσουν αποτελεσματικά στις δυτικές αεροπορικές εκστρατείες.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο, εφόσον δεχθεί επίθεση, δημιουργώντας σημαντικό κόστος για την αμερικανική πλευρά.
Παράλληλα, η γεωγραφική θέση του Ιράν στα Στενά του Hormuz, σε συνδυασμό με το μεγάλο οπλοστάσιο πυραύλων, drones και ταχύπλοων σκαφών, του προσφέρει –όπως αναφέρεται– δυνατότητα να επηρεάζει δυσανάλογα την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.

Στήριξη από Ρωσία και Κίνα
Το άρθρο επισημαίνει ακόμη ότι το Ιράν δεν δρα απομονωμένο.
Η Ρωσία και η Κίνα παρουσιάζονται ως χώρες που παρέχουν διαφορετικού τύπου στήριξη, είτε σε στρατιωτικό είτε σε οικονομικό επίπεδο, γεγονός που ενισχύει την ανθεκτικότητα της Τεχεράνης απέναντι στις δυτικές πιέσεις.
Η δυνατότητα αυτή, σε συνδυασμό με τις εγχώριες στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, δυσκολεύει σημαντικά οποιοδήποτε σχέδιο των Ηνωμένων Πολιτειών για μια σύντομη και χαμηλού κόστους στρατιωτική επιχείρηση.

Η διπλωματία στο περιθώριο
Το Bloomberg υποστηρίζει ότι ο Trump φαίνεται να έχει αναγνωρίσει, έστω και καθυστερημένα, πως η στρατιωτική επιλογή δεν μπορεί να προσφέρει τη λύση που επιδίωκε.
Η εύθραυστη εκεχειρία που ακολούθησε τη σύγκρουση βασίστηκε, σύμφωνα με την ανάλυση, σε εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις των δύο πλευρών για το τι σημαίνει «τέλος του πολέμου», γεγονός που την καθιστά εξαιρετικά ασταθή.
Γίνεται επίσης αναφορά σε παλαιότερη τοποθέτηση του πρώην υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Mohammad Javad Zarif, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι οι σχέσεις μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δύσκολα θα επιστρέψουν ποτέ σε καθεστώς φιλίας, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε μια μορφή διαχείρισης της έντασης, παρόμοια με εκείνη που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η εποχή κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να επιβάλλουν εύκολα τη στρατιωτική τους βούληση έχει πλέον παρέλθει.
Η στρατιωτική, τεχνολογική και γεωπολιτική εξέλιξη έχει δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο χώρες όπως το Ιράν διαθέτουν τα μέσα να αποτρέπουν ή να καθιστούν εξαιρετικά δαπανηρή οποιαδήποτε μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση εναντίον τους.
Κατά τον Mark Champion, εάν η Ουάσιγκτον δεν αποδεχθεί τα πραγματικά όρια της ισχύος της και δεν αναζητήσει μια πιο ρεαλιστική στρατηγική απέναντι στο Ιράν, η συνέχιση της αντιπαράθεσης κινδυνεύει να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη φθορά της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και σε περαιτέρω αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής
Τρόμος στις ΗΠΑ για επικείμενο μεγάλο χτύπημα από IRGC
Παράλληλα, διεθνή μέσα ενημέρωσης και αναλυτές εκτιμούν ότι η ένταση στην περιοχή της Μεσογείου παραμένει υψηλή, με επίκεντρο την παρουσία αμερικανικών και συμμαχικών δυνάμεων.
Τις τελευταίες ημέρες έχουν κυκλοφορήσει αναφορές και εικασίες ότι το IRGC ενδέχεται να εξετάζει σενάρια στρατιωτικής απάντησης σε περίπτωση νέας αμερικανικής επίθεσης ή περαιτέρω κλιμάκωσης.
Η κατάσταση παρακολουθείται στενά, καθώς οποιαδήποτε νέα εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών